Σεπ 232015
 

τιτλοσ

(το κείμενο αυτό είναι μια μικρή σύνοψη της εισήγησης της ομώνυμης εκδήλωσης που έγινε στις 26/3/15 στην κατάληψη Παπουτσάδικο)

Σε μια πόλη σαν το Χαϊδάρι, όπου λειτουργούν τα δύο μεγαλύτερα ψυχιατρεία της χώρας, το ζήτημα της διαχείρισης της ψυχικής υγείας είναι αναπόφευκτα κομμάτι της τοπικής κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτό όμως που δεν είναι απαραίτητα κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, είναι η γνώση και η επίγνωση για τις συνθήκες και τις πρακτικές νοσηλείας, αλλά και για τον ρόλο που διαχρονικά παίζουν αυτές οι δομές και η επιστήμη σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, εμείς ως πολιτικά υποκείμενα (και όχι ως «ειδικοί»), επιλέγουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα στη βάση της σύνδεσής του με τις κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους που το επηρεάζουν ή/και το καθορίζουν και όχι στη βάση της ύπαρξης ή μη της ψυχικής ασθένειας, ούτε στο πώς αντιμετωπίζεται. Κι αυτό, με στόχο να καταδείξουμε το πώς και το γιατί το κράτος, με την επίφαση της ψυχικής υγείας, δημιουργεί θεσμικά εργαλεία χρήσιμα στην επίτευξη του κοινωνικού ελέγχου και όχι τόσο στην επίτευξη της θεραπείας.

δημοσια υγεια
Ο έλεγχος αποτελεί δομικό στοιχείο του συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης των σύγχρονων κρατών και ως τέτοιο, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των συστημάτων και των δομών υγείας. Όπως και όλα τα ζητήματα, η υγεία του πληθυσμού διευθετείται θεσμικά από το κράτος με βάση το τρίπτυχο ρύθμιση / έλεγχος / διαχείριση (βλ. νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική εξουσία), με εστίαση στο αποτέλεσμα και όχι στο αίτιο, πάντα με γνώμονα την διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής ισορροπίας. Έτσι, η έννοια της δημόσιας υγείας δεν αφορά τόσο την ουμανιστική προσέγγιση της βιωσιμότητας, όσο την επίλυση του κοινωνικοπολιτικού προβλήματος της μαζικής ασθένειας. Η θέσπιση δηλαδή των κεντρικών υγειονομικών συστημάτων, προήλθε από την ανάγκη του κράτους να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που προκαλούσαν οι επαναλαμβανόμενες επιδημίες στις μεγαλουπόλεις. Δεν σχετίστηκε ούτε με την ανάγκη των ανθρώπων να επιβιώνουν, ούτε με την εξάλειψη των παραγόντων που προκαλούν την ασθένεια (π.χ. κακές συνθήκες διαβίωσης, πόλεις χωρίς υποδομές, μόλυνση, κλπ.). Έτσι, το σύγχρονο υγειονομικό σύστημα, είναι ένα σύστημα στο οποίο οι πολιτικές αρχές καθορίζουν και επιβλέπουν την άσκηση της ιατρικής. Βασίζεται δε στο παραπάνω τρίπτυχο, στον ορισμό υγειονομικών κανόνων (ρύθμιση), στη δημιουργία θεσμών κοινοτικής επιτήρησης (έλεγχος) και στην θέσπιση δομών αντιμετώπισης (διαχείριση). Υπό το πρίσμα του κράτους λοιπόν, η δημόσια υγεία είναι μία έννοια σαν εκείνη της δημόσιας τάξης· και οι δύο, έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες με τη λογική του ελέγχου και της διαχείρισης κρίσεων.

η επιστημη
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιατρική επιστήμη – μεταξύ άλλων – έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του υγειονομικού συστήματος, αποκτώντας πλέον θεσμικό ρόλο στη διαχείριση της δημόσιας υγείας. Ως κομμάτι ενός ευρύτερου συστήματος διαχείρισης της ασθένειας και των επιπτώσεών της, η ιατρική ενσωμάτωσε μη ιατρικές παραμέτρους στη διαδικασία της προσέγγισής της (στατιστική, κοινωνιολογία, κ.ά.). Σαν συνέπεια, ενσωμάτωσε τη λογική της γενίκευσης, αλλά και την έννοια του ελέγχου της επιστήμης πάνω στις κοινωνικές δομές. Αυτοί οι συσχετισμοί οδήγησαν αναπόφευκτα σε μία φιλοσοφικού τύπου συζήτηση για την αντίθεση μεταξύ «υγιούς» και «νοσηρού», κάτι που συνέδεσε και σε θεωρητικό επίπεδο την ιατρική με το πεπρωμένο του κράτους και οδήγησε στη γέννηση της ψυχιατρικής, ως επισφράγισμα αυτής της σύζευξης. Η ψυχιατρική, ως ειδική ιατρική επιστήμη, κληρονομεί το επιστημονικό κύρος της ιατρικής και δίνει τεχνικό και επιστημονικό χαρακτήρα στον κοινωνικό αποκλεισμό, σκιαγραφώντας τα όρια της κανονικότητας μέσα από τον ορισμό ασθενειών, διαταραχών και παρεκκλίσεων. Κι αυτό, με γνώμονα τα κοινωνικά ήθη, τις πολιτικές επιταγές και την υποκειμενικότητα και όχι τα αντικειμενικά διαγνωστικά εργαλεία (ιατρικές εξετάσεις, επιστημονικά στοιχεία και δεδομένα). Ταυτόχρονα, μετουσιώνει τη σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενή σε σχέση απόλυτης και αδιαμφισβήτητης εξουσίας, απογυμνώνοντας τον δεύτερο από την ατομική επιλογή και την ευθύνη του εαυτού του, αντικειμενοποιώντας τον, κάνοντάς τον έρμαιο στα χέρια θεσμικών παραγόντων και κράτους. Ο συσχετισμός της ψυχιατρικής με την επιστήμη, με την ανάλυση της κοινωνίας και των ορίων του «φυσιολογικού», δημιουργεί γενικότερους κανόνες για το τι σημαίνει αποδεκτή συμπεριφορά και τι σημαίνει επικινδυνότητα, υπαγορεύει κανόνες για τη σχέση μεταξύ ειδικού και μη-ειδικού και για τους τρόπους αντιμετώπισης των παρεκκλίσεων. Έτσι, αυτό που τελικά κάνει είναι να παράγει ιδεολογία, που όχι μόνο νομιμοποιεί ηθικά τις πρακτικές της – οι οποίες βασίζονται στην καταστολή και τη διαχείριση, αλλά ξεπερνάει και τα όρια της ειδικότητάς της, καθιερώνοντας νόρμες που υιοθετούνται από την κοινωνία ως θέσφατα.

το ασυλο
Το άσυλο προϋπήρχε όχι μόνο της ψυχιατρικής, αλλά και του κρατικού υγειονομικού συστήματος. Αν και υιοθετήθηκε από το σύγχρονο κράτος ως ψυχιατρική δομή, δεν απώλεσε τα χαρακτηριστικά του ασύλου. Κι αυτό γιατί η ψυχιατρική, αφενός ανέλαβε τον ρόλο του να κατατάσσει στη σφαίρα της ψυχικής ασθένειας όλες τις «παρεκκλίσεις» που διαχρονικά εγκλείονταν σε αυτό, αφετέρου επισφράγισε τη φυλακτικού και όχι θεραπευτικού τύπου λειτουργία του ασύλου. Χαρακτηριστικά, ο Νόμος Περί Συστάσεως Φρενοκομείων του 1862, στα κριτήρια για την έξοδο κάποιου από το άσυλο, εκτός από την «ίαση» συμπεριλάμβανε την «απουσία επικινδυνότητας» και την «κοινωνική βιωσιμότητα». Έτσι, τα υποκείμενα του άσυλου διαχρονικά είχαν συγκεκριμένα ταξικά, έμφυλα, φυλετικά και ηλικιακά πρόσημα και η διαχείρισή τους είχε σαφή χαρακτηριστικά κοινωνικού ελέγχου. Οι άποροι, οι περιφερόμενοι, οι πολιτικά αντιφρονούντες, οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι άνεργοι, κ.ά., κατηγοριοποιημένοι ως ψυχασθενείς, οδηγούνταν υποχρεωτικά από τις αρχές σε εγκλεισμό σε άσυλα, σε μοναστήρια, σε ποινικές φυλακές και σε αστυνομικά τμήματα, ενώ όπου και όποτε υπήρχε γιατρός, η απόφασή του είχε χαρακτήρα διαταγής και σε νομικό επίπεδο (κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα). Ταυτόχρονα, η αρχιτεκτονική ως «θεραπευτικό μέσο» αποτέλεσε βασική παράμετρο της γενικότερης πρότασης της ψυχιατρικής για τα άσυλα, ενισχύοντας τη φυλακτικού τύπου μορφή τους. Κλειστές, οχυρωμένες εγκαταστάσεις, με εκτεταμένες περιοχές για την εργασία των ασθενών, με διαρρύθμιση κατάλληλη για την επίτευξη της πειθαρχίας, μακριά από κατοικημένες περιοχές για την αποφυγή αντιπερισπασμών. Η μορφή του ασύλου, σε συνδυασμό με την επιστημονική εξουσία του ψυχίατρου και την εμπλοκή των δικαστικών και κατασταλτικών αρχών σε αυτό, το καθιστούν μία δομή – μέσο του κοινωνικού ελέγχου και σε καμία περίπτωση θεραπευτική δομή.

αντιψυχιατρικη
Το κίνημα της αντί-ψυχιατρικής αναπτύχθηκε τις δεκαετίες 1960 και 1970. Η εμπειρία κάποιων ψυχιάτρων μέσα στα άσυλα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον των ποικίλων κοινωνικών κινημάτων της εποχής, οδήγησαν στην αμφισβήτηση και την κριτική της υπάρχουσας ψυχιατρικής, των πρακτικών της και της ιδεολογίας που παράγει. Το γενικό πλαίσιο της σκέψης των λεγόμενων αντί-ψυχιάτρων, ήταν η κοινωνικοποίηση της τρέλας, η πρόταση δηλαδή πως πρέπει συνολικά σαν κοινωνία να εξετάσουμε την τρέλα, καθώς αυτή δεν είναι αμιγώς ιατρικό ζήτημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έγιναν διάφορες προσπάθειες διαφορετικής προσέγγισης του ζητήματος, κάτι που παρήγαγε πολύτιμα συμπεράσματα για την ψυχική υγεία, την ασθένεια και την θεραπεία, αλλά και την σχέση του ασθενή με την κοινότητα. Η εμπειρία αυτών των πειραματισμών, απέδειξε ότι η αποφυγή των κατασταλτικών μεθόδων (χημική καταστολή, ηλεκτροσόκ, δεσίματα, κλπ.), της απομόνωσης και του περιοριστικού εγκλεισμού είναι δυνατά, όταν δίνεται έμφαση στις σχέσεις ισοτιμίας ανάμεσα στους ασθενείς και το ιατρικό προσωπικό, όταν κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται μοναδικά και πέρα από γενικεύσεις και όταν καλλιεργείται η κοινωνικοποίηση και η έννοια της κοινότητας. Αυτό ήταν και το όριο το οποίο βρήκαν μπροστά τους οι αντί-ψυχίατροι, την ίδια την κοινωνία. Γιατί η διάχυση (ή η επανατοποθέτηση) αυτής της ευθύνης μέσα στην κοινωνία και η αποδόμηση της εγκατεστημένης ιδεολογίας που σχετίζεται με την έννοια της ψυχικής ασθένειας και του αποκλεισμού, με την έννοια της κανονικότητας και της αποδοτικότητας, με την «απαγόρευση» της ανάληψης ευθυνών από τους μη-ειδικούς, είναι κάτι πιο συνολικό και βαθιά πολιτικό.

 

Κλείνοντας

Το ζήτημα της ψυχικής υγείας δεν μας απασχόλησε με όρους εντοπιότητας (αν και η αφορμή ήταν αυτή) ή ως ένα μερικό/ειδικό ζήτημα. Αντιθέτως, το αντιλαμβανόμαστε ως πολιτικό και συνολικό ζήτημα, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής δράσης και του λόγου μας. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για μια απελευθερωμένη κοινωνία, όταν δεν πιάνουμε όλες τις παραμέτρους που σχετίζονται με τον έλεγχο και τον ρόλο της εξουσίας και των θεσμών πάνω στις ζωές μας. Και ως προς αυτό, η περιγραφή της πορείας της ψυχιατρικής, είναι αποκαλυπτική.

 


το κείμενο σε μορφή pdf εδώ

 

 

css.php